Saturday , July 11 2020
Home / ΑΠΟΨΕΙΣ / Θεσμικά έκθετος ο ΣΥΡΙΖΑ (δημοσιεύθηκε στο site: apopseis.gr)

Θεσμικά έκθετος ο ΣΥΡΙΖΑ (δημοσιεύθηκε στο site: apopseis.gr)

 http://apopseis.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=629%3A%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%AD%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%B1&Itemid=53

Του Γιώργου Κοντογιάννη,

Νομικός δεν είμαι. Γνωρίζω όμως από τις στοιχειώδεις αρχές δικαίου που έχω διδαχθεί ότι η νομική στηρίζεται κυρίως στη λογική.
Κάνοντας
χρήση, λοιπόν, στοιχειώδους λογικής και συμπερασμάτων που προκύπτουν
από αυτή, με λύπη διαπιστώνω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, υποκύπτει συνεχώς το
τελευταίο διάστημα σε δύο θεσμικά ατοπήματα.  Το ένα αφορά στις
διαδικασίες του κατεπείγοντος που ακολουθεί η κυβέρνηση στη Βουλή για
την ψήφιση ορισμένων νομοσχεδίων και το άλλο στην εκλογή Προέδρου
Δημοκρατίας.

Πράγματι
η Κυβέρνηση κάνοντας χρήση του κανονισμού της Βουλής προχωρεί συχνά σε
συζήτηση νομοσχεδίων με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ιδιαίτερα όταν
αφορούν σε μνημονιακές υποχρεώσεις τις οποίες έχει καθυστερήσει να
εκπληρώσει. Τελευταίο παράδειγμα το νομοσχέδιο για το χωροταξικό το
οποίο, αν και ο κορμός του ήταν έτοιμος προ μηνών, εν τούτοις κατετέθη
την τελευταία στιγμή και, με δεδομένο ότι η ψήφισή του ήταν μέσα στα
προαπαιτούμενα για να λάβουμε την δόση του 1 δις ευρώ, επελέγη η
διαδικασία του κατεπείγοντος για την ψήφισή του.
Φυσικά
και η Κυβέρνηση έχει ευθύνες για την καθυστέρηση, αλλά αυτό είναι άλλο
ζήτημα και για τις καθυστερήσεις αυτές κρίνεται και ελέγχεται και από τα
κόμματα και από τους βουλευτές και από το λαό.
Οι
καθυστερήσεις όμως της Κυβέρνησης δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση
την δήλωση του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ κ. Π. Λαφαζάνη
στην αρμόδια Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, ότι το κόμμα
του δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο του νομοσχεδίου γιατί με τη
διαδικασία αυτή δεν παράγονται έννομα αποτελέσματα και συνεπώς ο ΣΥΡΙΖΑ
δεν τα αναγνωρίζει.
Είναι
διαφορετικό ένα κόμμα να δηλώνει ότι όταν γίνει κυβέρνηση θα εφαρμόσει
μια άλλη πολιτική και θα ψηφίσει έναν νόμο προς άλλη κατεύθυνση ή θα
ανατρέψει τις αποφάσεις της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας και
διαφορετικό να αμφισβητεί τη νομιμότητα των αποφάσεων.
Η
διαδικασία του κατεπείγοντος προβλέπεται από τον Κανονισμό της Βουλής.
Άρα με τη δήλωσή του ο κ. Λαφαζάνης, εκπρόσωπος Κοινοβουλευτικού
κόμματος, αμφισβητεί τον Κανονισμό της Βουλής που ο ίδιος επικαλείται σε
άλλες περιπτώσεις. Πώς όμως αμφισβητείς κάτι το οποίο επικαλείσαι;
Εφαρμογή του Κανονισμού a la cart δεν μπορεί να υπάρξει. Και αφού η
διαδικασία – κατά τον κ. Λαφαζάνη – δεν παράγει έννομα αποτελέσματα,
τότε γιατί το κόμμα του μετέχει σε αυτήν; Και το αστείο της
υποθέσεως; Ένα από τα επιχειρήματα του κ. Λαφαζάνη ήταν ότι με τη
διαδικασία του κατεπείγοντος δεν θα υπάρχει άνεση χρόνου για συζήτηση.
Όμως οι ομιλητές – και από το κόμμα του- ήταν τόσο λίγοι που δεν
συνεπληρώθη καν ο χρόνος των 10 ωρών συνεδρίασης που ο Κανονισμός
προβλέπει για συζήτηση!
Άρα μάλλον οι κραυγές του Κοινοβουλευτικού
Εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο καμία αξία δεν είχαν αλλά εξέθεσαν και το
κόμμα του το οποίο εμφανίσθηκε να αμφισβητεί κοινοβουλευτικές
διαδικασίες.
Ως
προς το ζήτημα της εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας το θεσμικό ατόπημα που
διαπράττει ο ΣΥΡΙΖΑ -και μάλιστα δια του προέδρου του- είναι ακόμη
μεγαλύτερο.
Το
Σύνταγμα, στο κεφάλαιο που αφορά στην «Ανάδειξη Προέδρου», κάνει σαφή
αναφορά στις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν για την εκλογή
Προέδρου Δημοκρατίας. Οι εκλογές προκύπτουν ως παρεμπίπτον (αρνητικό)
αποτέλεσμα της αδυναμίας της Βουλής να επιτύχει το ζητούμενο. Και το
ζητούμενο σύμφωνα με τη σαφέστατη πρόθεση του νομοθέτη δεν είναι οι
πρόωρες εκλογές αλλά η εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας. Και για την εκλογή
του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας ο νομοθέτης επιδιώκει τη
δημιουργία συναινέσεων μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που εκπροσωπούνται
στη Βουλή, ώστε να εκφράζεται όσο το δυνατόν ευρύτερα το λαϊκό αίσθημα.
Γι’ αυτό άλλωστε δίνει πενθήμερη προθεσμία μεταξύ των τριών ψηφοφοριών,
για να υπάρξουν διαβουλεύσεις και για να εξασφαλισθούν συναινέσεις. Αν
ο νομοθέτης δεν ήθελε τη δημιουργία συναινέσεων θα προέβλεπε οι
ψηφοφορίες να είναι διαδοχικές σε μια συνεδρίαση και όχι σε τρεις
συνεδριάσεις οι οποίες απέχουν η μία από την άλλη πέντε ημέρες.

Επειδή δε, επιδίωξη είναι η εκλογή Προέδρου, ο νομοθέτης όταν
διαπιστώνει την αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και
ως εκ τούτου την αδυναμία εκλογής Προέδρου, τότε και μόνο τότε,
προσφεύγει στο λαό ώστε να γίνουν εκλογές με πρόταγμα την εκλογή
Προέδρου, ώστε τα κόμματα που διεκδικούν την ψήφο του λαού να καταθέσουν
τις προτάσεις τους για το πρόσωπο που πρέπει να αναδειχθεί στο ύπατο
αξίωμα της Πολιτείας, και μέσω του κόμματος που τον προτείνει
ουσιαστικά, ο λαός καλείται να εκλέξει έμμεσα Πρόεδρο Δημοκρατίας. Να
θυμίσουμε ότι το 1990 όταν διαλύθηκε η Βουλή λόγω της αδυναμίας της να
εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας, η Νέα Δημοκρατία που κέρδισε τις εκλογές με
47% είχε ξεκαθαρίσει προ των εκλογών ότι στη διαδικασία που θα
ακολουθήσει θα προτείνει ως Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Κωνσταντίνο
Καραμανλή. Και με αυτήν την πρόταση η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές.
Αλλά
και μετά την προκήρυξη εκλογών, λόγω αδυναμίας  της Βουλής να εκλέξει
Πρόεδρο Δημοκρατίας, ο νομοθέτης και πάλι επιδιώκει την ευρύτερη δυνατή
συναίνεση στην διαδικασία εκλογής Προέδρου και γι’ αυτό στην πρώτη κάλπη
απαιτεί από τον νέο συσχετισμό κομμάτων να δώσουν 180 ψήφους στον
Πρόεδρο. Όταν και αυτή η προσπάθεια αποτύχει τότε το όριο εκλογής πέφτει
στους 151 και αν δεν συγκεντρωθούν ούτε και αυτοί οι ψήφοι, τότε – και
μόνο επειδή η χώρα πρέπει να διαθέτει Ανώτατο Άρχοντα- αποδέχεται να
εκλεγεί Πρόεδρος με σχετική πλειοψηφία, έχοντας, βέβαια, ως δεδομένο ότι
η σχετική πλειοψηφία εκφράζει αντίστοιχα και το λαό.
Από την ανάλυση της διαδικασίας είναι προφανές ότι πουθενά
δεν φαίνεται ότι ο νομοθέτης επιδιώκει να χρησιμοποιήσει την διαδικασία
εκλογής Προέδρου για να προκληθούν πρόωρες εκλογές
και να
ικανοποιηθούν οι φιλοδοξίες του ενός ή του άλλου αρχηγού κόμματος να
γίνει Πρωθυπουργός. Σε κάθε διαδικασία – είτε προ είτε μετά τις εκλογές-
τελικός και κύριος στόχος είναι η εκλογή Προέδρου μέσα από
κοινοβουλευτικές συναινέσεις, ακόμα και έπειτα από τις εκλογές. Οι
εκλογές δεν αποτελούν στόχο του νομοθέτη αλλά μέσον για την διαμόρφωση
συναινετικών πλειοψηφιών για την εκλογή Προέδρου Δημοκτρατίας

Συνεπώς
όταν ο ΣΥΡΙΖΑ (όπως έκανε και το ΠΑΣΟΚ το 2009, αλλά τώρα αναγνωρίζει
ότι ήταν λάθος του), διακηρύσσει ότι στόχος του είναι η διαμόρφωση
κλίματος και η συγκέντρωση 121 ψήφων για να εμποδίσει την εκλογή
Προέδρου Δημοκρατίας, τότε εκείνο που κάνει είναι να εμποδίζει την ομαλή
εφαρμογή της διαδικασίας που το Σύνταγμα της χώρας προβλέπει ώστε να
εκλεγεί Πρόεδρος Δημοκρατίας. Διαπράττει με τον τρόπο αυτό ένα θεσμικό
ατόπημα, αφού ουσιαστικά για δικούς του μικροκομματικούς λόγους και για
να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα, εμποδίζει την εφαρμογή του
Συντάγματος. Όσο κι αν ο κ. Τσίπρας χαρακτηρίζει προσβλητικά
«Τσιριμώκο» τον Πρόεδρο Δημοκρατίας που θα εκλέξει η παρούσα Βουλή, θα
πρέπει να καταλάβει ότι η τακτική του δεν συνάδει με το πνεύμα του
Συντάγματος το οποίο ρητώς αναφέρει ότι «οι βουλευτές εκλέγονται για
τετραετή θητεία», και συνεπώς στα τέσσερα αυτά χρόνια της θητείας τους
«οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά
συνείδηση».
Και αν το συγκεκριμένο άρθρο 60 παρ.1 του Συντάγματος
έχει κυριολεκτικά ισοπεδωθεί στη λογική της «κομματικής πειθαρχίας», ας
επιτρέψει ο τέταρτος κατά το Σύνταγμα θεσμικός φορέας του Συντάγματος
(όπως αναγνωρίζεται ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης) να
εφαρμοσθεί το γράμμα και το πνεύμα του νομοθέτη όπως είναι
καταγεγραμμένο στον Καταστατικό Χάρτη της Χώρας,  τουλάχιστον σε μια από
τις κορυφαίες στιγμές της θητείας ενός Βουλευτή, στην εκλογή Προέδρου
Δημοκρατίας