Sunday , September 27 2020

Ομιλία κατά τη συνεδρίαση για κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού του 2012».

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε,
κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ένας από τους βασικούς κανόνες της πολιτικής λέει
ότι για να μπορέσει να εφαρμοστεί ένα μέτρο αποτελεσματικά πρέπει να είναι
λογικό και δίκαιο.
Εάν μέχρι
σήμερα τα μέτρα που έχουν ληφθεί δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα, αυτό συμβαίνει
γιατί τα περισσότερα εξ αυτών δεν στηρίζονται ούτε στη λογική ούτε στη
δικαιοσύνη. Στηρίζονται κυρίως στον πανικό μιας πολιτικής νοοτροπίας που
επιδιώκει να εισπράξει ό,τι μπορεί, απ’ όπου μπορεί, γιατί δεν μπορεί να
εισπράξει με σύστημα και δικαιοσύνη.

Δυστυχώς, σ’
αυτή τη λογική στηρίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του και ο Προϋπολογισμός του
2012. Ρίχνει τα βάρη και πάλι στον ιδιωτικό τομέα ο οποίος υπερφορολογείται, αν
και είναι ο μόνος που μπορεί να μας βγάλει από την κρίση. Δεν δίνει καμία
αναπτυξιακή προοπτική και ένα είναι βέβαιο, επενδύσεις δεν θα γίνουν, ενώ η
ανεργία θα αυξηθεί, με όσους κινδύνους ελλοχεύει μία τέτοια αρνητική προοπτική
για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής γαλήνης που και
αυτός είναι βασικός παράγοντας για την προσέλκυση επενδύσεων.
Βέβαια,
προκαλεί εντύπωση πώς η Νέα Δημοκρατία, που συγκυβερνά, δεν έκανε καμία πρόταση
για τη μείωση των κρατικών δαπανών που θα επέτρεπαν τη μείωση της φορολογίας
και συνεπώς την εφαρμογή μιας πιο δίκαιης και πιο λογικής πολιτικής.
Μία απάντηση
στην απορία που διατυπώνω είναι ίσως ότι η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας βλέπει
τη συμμετοχή της στην Κυβέρνηση Συνεργασίας ως αναγκαίο κακό από το οποίο δεν
μπορούσε να ξεφύγει και όχι ως εθνική ευκαιρία, ώστε να αξιοποιήσει κάθε
δυνατότητα που δίνει στη χώρα η συγκρότηση μιας κυβέρνησης ευρύτατης
συνεργασίας.
Αν δεν
συνέβαινε αυτό, για ποιο λόγο πρόταγμα της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας είναι η
εμμονή στον όρο για εκλογές στις 19 Φεβρουαρίου, αν και όλοι πλέον γνωρίζουν
ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, γιατί ο χρόνος για την εφαρμογή του
προγράμματος της 26ης Οκτωβρίου δεν επαρκεί.
Πρέπει να
καταλάβουμε κάτι που θεωρώ σημαντικό και χαίρομαι γιατί τουλάχιστον ο ένας εκ
των Αντιπροέδρων της Νέας Δημοκρατίας το αντελήφθη και τόλμησε να το διατυπώσει
δημοσίως. Δεν υπάρχουν κυβερνήσεις ειδικού σκοπού. Υπάρχουν κυβερνήσεις που
έχουν λάβει ψήφος εμπιστοσύνης και έχουν όσα δικαιώματα απορρέουν από το
Σύνταγμα.
Και όταν,
όμως, υπάρχουν κυβερνήσεις συνεργασίας με συγκεκριμένο στόχο, όπως η σημερινή,
δεν σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια του βίου τους δεν πρέπει να ασχολούνται με
τίποτα άλλο πλην της εφαρμογής του συγκεκριμένου στόχου. Υπάρχουν και τρέχοντα
ζητήματα, αλλά και πολιτικές που πρέπει να ασκηθούν παράλληλα για να επιτευχθεί
καλύτερα ο στόχος για τον οποίο έχουν συγκροτηθεί.
Επί
παραδείγματι, ποιος εμποδίζει όλους εμάς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να
υπερψηφίσουμε μέτρα που γνωρίζουμε ότι έχει ανάγκη η χώρα και ότι μπορούν να
δράσουν υποστηρικτικά των αποφάσεων της 26ης Οκτωβρίου και τα οποία
θα έπρεπε να λάβουμε είτε υπήρχε η απόφαση αυτή είτε όχι;
Η Πρόεδρος
της Δημοκρατικής Συμμαχίας Ντόρα Μπακογιάννη, στη συνάντησή της με τον
Πρωθυπουργό, έθεσε ορισμένα εξ αυτών των μέτρων. Ποιος από εμάς είναι αρνητικός
στο ότι πρέπει επιτέλους να εφαρμοστεί ο συμψηφισμός των οφειλών ΦΠΑ μεταξύ
επιχειρήσεων και κράτους;
Ποιος μπορεί
να αρνηθεί ότι πρέπει στο νέο φορολογικό να υπάρχουν διατάξεις απλοποίησης της
φορολογικής νομοθεσίας με μέτρα, όπως η κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και
Στοιχείων;
Ποιος μπορεί
να αρνηθεί ότι το μέτρο της εφεδρείας, έτσι όπως εφαρμόζεται, είναι άδικο και
ισοπεδωτικό και δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, εάν δεν υπάρχει το κριτήριο της
αξιολόγησης;
Ποιος μπορεί
να πει όχι σε μέτρα που αφορούν την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ειδικά
στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας που υποφέρει και αυτό είναι ένα γεγονός που
πλήττει αρνητικά τον τουρισμό μας;
Επιπροσθέτως,
εάν δεν είναι τώρα ευκαιρία να συζητήσουμε για πολιτικές που θα δίνουν κίνητρα
για την προσέλκυση επενδύσεων, πότε θα είναι η ευκαιρία; Τουρισμός, ναυτιλία,
αγροτικός και κτηνοτροφικός τομέας πρέπει να ενισχυθούν και αυτό τουλάχιστον,
όσο ακόμα θα στηρίζουμε αυτή την Κυβέρνηση, το αντιλαμβανόμαστε και συμφωνούμε.
Επίσης,
πιστεύω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε πως τομείς, όπως η παιδεία και η υγεία
μπορούν να εξελιχθούν σε τομείς ανάπτυξης για τη χώρα μας, αφού μπορούν να της
δώσουν ένα κυρίαρχο ρόλο στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.
Χρειάζονται,
όμως, πολιτικές αποφάσεις που θα δίνουν πρόσθετα κίνητρα προς αυτές τις κατευθύνσεις.
Τα κίνητρα αυτά, όπως είναι τα φορολογικά, δεν κοστίζουν στο κράτος. Αντίθετα,
θα προσθέσουν στην οικονομία και θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.
Το παράδειγμα,
τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα κίνητρα στον τουρισμό, το έχουμε από τη γειτονική
μας Τουρκία, η οποία δεν δίστασε να προχωρήσει ακόμη και στη μηδενική
φορολόγηση των επενδύσεων.
Όμως και σε
ό,τι αφορά στον πρωτογενή τομέα, την ώρα που η νεολαία μας μαστίζεται από την
ανεργία, δεν έχουμε χρέος να εφαρμόσουμε πολιτικές που θα δίνουν κίνητρα σε
νέους αγρότες και σε νέους κτηνοτρόφους; Είναι δυνατόν να συνεχίσουμε να
εισάγουμε φασόλια από την Κίνα ή το 70% της κατανάλωσης κρέατος να εισάγεται;
Υπάρχουν
δυνατότητες και μάλιστα πολλές. Όμως για να αξιοποιηθούν, για να πείσουμε για επενδύσεις,
πρέπει να υπάρξουν κίνητρα. Και το μεγαλύτερο ίσως κίνητρο είναι η άρση των
αντικινήτρων, όπως αυτό της γραφειοκρατίας, που εκτρέφει τη διαφθορά. Το αν θα
συμφωνήσουμε να ληφθούν πέντε ή δέκα μέτρα δεν έχει τόση σημασία όση σημασία
έχει να δείξουμε σε όσους θέλουν να επενδύσουν σ’ αυτόν τον τόπο ότι πράγματι
κάτι αλλάζει, ότι εμείς, οι πολιτικοί που έχουμε την ευθύνη, γκρεμίζουμε,
ανατρέπουμε λογικές και νοοτροπίες που μας έφθασαν μέχρι εδώ. Διαφορετικά, ο
λαός θα συνεχίσει να μας καταδικάζει και να αντιδρά ισοπεδωτικά εναντίον όλων
μας. Και ξέρετε καλά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι δεν είναι έτσι. Ξέρετε
ότι δεν ισχύουν οι ισοπεδωτικές καταγγελίες, όπως αυτές του Προέδρου της
ΓΕΝΟΠ-Δ.Ε.Η για Βουλευτές – «υπαλλήλους» επιχειρηματιών ή για Βουλευτές που
είναι εγγεγραμμένοι σε «payroll».
Τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω. Γι’ αυτό και απηύθυνα έκκληση στον Πρόεδρο
της Βουλής να ζητήσει από τον αρμόδιο εισαγγελέα να ερευνήσει τις καταγγελίες
του κ. Φωτόπουλου, ο οποίος έχει χρέος να δώσει διευθύνσεις και ονόματα. Πρέπει
να υπάρξει αντίδραση σ’ αυτές τις κατηγορίες, γιατί η σιωπή σημαίνει συνενοχή
και αποδοχή των κατηγοριών, και αυτό δεν πρέπει να το δεχθούμε.
Και κάτι
ακόμη, κύριε Πρόεδρε. Μην ενδώσετε σε πιέσεις που, όπως μαθαίνω, υπάρχουν, για
μη ανάρτηση στο Διαδίκτυο του «πόθεν έσχες» των Βουλευτών. Σωστά κάνατε και
πρέπει να ισχύσει. Δημοκρατικοί θεσμοί, όπως αυτός του Κοινοβουλίου,
απειλούνται από τη λάσπη και τη «μαύρη» προπαγάνδα που ανέξοδα φιλοξενούν ακόμα
και αθλητικά blogs,
όπου χωρίς ευθύνη κάποιοι υβρίζουν τους πάντες, μιλούν για εξαγορά ψήφων και
ψηφοφόρων και για λεφτά που σεντουκιάζουμε σε τράπεζες του εξωτερικού.
Όλα αυτά μ’
έναν τρόπο αντιμετωπίζονται: με την απόλυτη διαφάνεια. Δεν μπορούμε να μιλάμε
για προσωπικά δεδομένα μπροστά στην ισοπεδωτική, φασιστική αντίληψη του «όλοι
τα παίρνουν», «όλοι ίδιοι είναι». Ε, όχι λοιπόν! Δεν είμαστε όλοι ίδιοι και
δώστε μας την ευκαιρία να το αποδείξουμε μέσα από κάθε μέτρο που ενισχύει τη
διαφάνεια στη λειτουργία των δημοκρατικών μας θεσμών.
Τέλος, επειδή
μιλάμε για διαφάνεια, θέλω να απευθύνω έκκληση και στον Υπουργό Οικονομικών.
Εκλέγομαι στην Ηλεία και έζησα τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007, όπως και
τη συγκινητική συμβολή όλων των Ελλήνων, οι οποίοι με τις προσφορές τους
θέλησαν να συμβάλουν στην αποκατάσταση των ζημιών. Δεν είναι σωστό, κύριε
Υπουργέ, τα χρήματα του Ταμείου Μολυβιάτη να μπαίνουν στο Πρόγραμμα Δημοσίων
Επενδύσεων. Καταργήσατε το Ταμείο. Υπήρξε ένα θολό τοπίο στη διαχείριση των
χρημάτων. Αναγκάστηκα να προχωρήσω σε μηνυτήρια αναφορά, όπως κι άλλοι
συνάδελφοί μου. Δόθηκαν στη συνέχεια κάποιες εξηγήσεις, αλλά για να μην
δημιουργηθούν και πάλι αμφιβολίες για το πού βρίσκονται τα χρήματα έπρεπε να
δημιουργήσετε ξεχωριστό κωδικό στον Προϋπολογισμό. Αυτό επιβάλλει η λογική, αυτό
επιβάλλει η διαφάνεια.

Σας ευχαριστώ.