Wednesday , September 18 2019
Home / ΑΠΟΨΕΙΣ / Η μεταμνημονιακή Ελλάδα χρειάζεται ενότητα και όχι διχασμό

Η μεταμνημονιακή Ελλάδα χρειάζεται ενότητα και όχι διχασμό

γράφει ο Γιώργος Κοντογιάννης.
Η 21η Αυγούστου ήλθε με τρία χρόνια καθυστέρηση.
Πρόκειται για μια αλήθεια την οποία πλέον δεν έχει το κουράγιο να αμφισβητήσει ούτε η ίδια η κυβέρνηση. Άλλωστε όλοι οι παράγοντες της ΕΕ το δηλώνουν ευθέως ότι, αν δεν είχε μεσολαβήσει η διακυβέρνηση Τσίπρα, η Ελλάδα θα ήταν εκτός μνημονίων εδώ και τρία χρόνια. Και σήμερα, με ένα επί πλέον χρέος που ο… εθνικός μας ταμίας Κλάους Ρέγκλινγκ (πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας), το ανεβάζει ακόμα και στα 200 δις ευρώ, ο πιο πειθήνιος στα κελεύσματα των δανειστών μνημονιακός πρωθυπουργός, πανηγυρίζει γιατί έβγαλε τη χώρα από ένα αχρείαστο μνημόνιο στο οποίο ο ίδιος μας είχε βάλει, ενώ έχει δεσμεύσει τη χώρα με περιοριστικά μέτρα για πολλές δεκαετίες ακόμα και την περιουσία του δημοσίου για 99 χρόνια.

Αν όλα αυτά συνιστούν στοιχεία για πανηγυρικού τύπου δηλώσεις και για εξαγγελία του τέλους της Οδύσσειας της ελληνικής οικονομίας, τότε σίγουρα οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους και κάποιοι- ευτυχώς όλο και λιγότεροι- τη λογική τους.
Πέρα, όμως, από την κριτική που δικαιολογημένα δέχεται ο κ. Τσίπρας για το αχρείαστο 3ο και το κρυφό 4ο μνημόνιο, η ουσία είναι ότι από εδώ και πέρα η ελληνική κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει πιο ελεύθερα αποφάσεις, πάντα, βέβαια εντός του πλαισίου που έχει θέσει η ΕΕ και το ΔΝΤ, για να αποτραπεί υποτροπή.
Σήμερα, λοιπόν, 1η ημέρα της μεταμνημονιακήςε εποχής, καλό είναι όσοι βοήθησαν με την ψήφο τους να ανοίξουν τον δρόμο στον Αλέξη Τσίπρα για την πρωθυπουργία, να καθίσουν και να θέσουν στον εαυτό τους ένα απλό ερώτημα: Είναι ο Αλέξης Τσίπρας ο μεταμνημονιακός πρωθυπουργός που χρειάζεται η Ελλάδα ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει τους υπαρκτούς, ακόμη, κινδύνους και να βαδίσει με ασφάλεια προς τις αγορές; Μια πορεία που είναι αναγκαία, καθώς το φθηνό χρήμα που εξασφάλιζαν οι… κακοί δανειστές, πλέον έχει τελειώσει.
Και μπορεί στα 3,5 χρόνια που ο κ. Τσίπρας μας κυβερνά να έμαθε πολλά, αλλά δεν έμαθε να διδάσκεται από τα λάθη του.
Το Σεπτέμβριο του 2014 είχε ανέβει στη ΔΕΘ και ανακοίνωσε το περίφημο πρόγραμμα Θεσσαλονίκης ύψους πάνω από 12 δις ευρώ. Και αυτό γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα ευρίσκετο σε καθεστώς οικονομικής επιτροπείας.
Τώρα, διαβάζουμε στα ΜΜΕ, ότι ετοιμάζεται να κάνει το ίδιο λάθος και να πάει στην 83η ΔΕΘ και να εξαγγείλει μέτρα και πρόγραμμα που δεν μπορεί να εφαρμόσει, μιας και ο ίδιος μαζί με τον εταίρο του Πάνο Καμμένο, έχουν λάβει μέτρα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Συνεχίζει λοιπόν την ίδια τακτική του ψεύδους και της προσπάθειας εξαπάτησης του ελληνικού λαού, χωρίς να τον νοιάζει αν η πολιτική που εξαγγέλλει επηρεάζει την ομαλή μετάβαση στις αγορές και δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα αξιοπιστίας για την Ελλάδα. Μιας και οι ξένοι δεν βλέπουν Τσίπρα ή Μητσοτάκη. Το μόνο που βλέπουν είναι η ελληνική κυβέρνηση, ανεξαρτήτως κομμάτων.
Σήμερα λοιπόν που η Ελλάδα κάνει τα πρώτα της βήματα στην, τυπικά,  μεταμνημονιακή εποχή, σήμερα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται μια πολιτική ηγεσία με πρόσθετη αξιοπιστία την οποία θα εμπιστεύεται η πραγματική πλειοψηφία του ελληνικού λαoύ.
Η παρούσα κυβέρνηση δεν εκφράζει την πλειοψηφία. Όχι μόνο γιατί το 36% δεν συνιστά πλειοψηφία αλλά γιατί το 36% δεν ήταν επί του συνόλου των πολιτών που δικαιούνται ψήφο, αλλά επί του περίπου 60% που πήγε και ψήφισε. Ως προς τις επιλογές μας κάλλιστα μπορεί να ισχυριστεί κάποιος, ότι είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Αλλά με δεδομένο ότι τη μοίρα μας τη διαμορφώνουμε μόνοι μας, πρέπει να αναλογιστούμε το μέγεθος των λαθών που έγιναν, ως προς την επιλογή κυβέρνησης, το 2015, και μάλιστα τρεις  φορές στις κάλπες του Ιανουαρίου, του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου.
Κι επειδή συνήθως υποστηρίζουμε ότι «ο λαός είναι σοφός», καλό είναι να τον ενημερώνουμε εγκαίρως και με πειστικό τρόπο για να μπορεί να εκφράζει δυναμικά στην κάλπη τη… σοφία του!!!
Η Ελλάδα σήμερα – περισσότερο από ποτέ- χρειάζεται μια κυβέρνηση που πιστεύει σε συγκεκριμένο οικονομικό πρόγραμμα και έναν πρωθυπουργό που θα ενώνει και δεν θα διχάζει τους Έλληνες.
Χρέος λοιπόν των πολιτικών δυνάμεων που κινούνται απέναντι από τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι να αφήσουν στην άκρη ιδεοληψίες και συνθήματα που τους χώριζαν στο παρελθόν και να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Όποτε και να γίνουν οι εκλογές, οι δυνάμεις της λογικής και του μέτρου πρέπει να συνεργαστούν.  Ως χώρα βρισκόμαστε σε ένα σημείο που θα ήταν εγκληματικό λάθος να ενισχύονται διχαστικές λογικές. Ένας πρωθυπουργός που θέλει να βοηθήσει την Ελλάδα, θα προχωρήσει σε κινήσεις ενωτικές, σε κινήσεις που θα συνεγείρουν τις υγιείς δυνάμεις του τόπου μας και θα τις οδηγήσουν σε συνεργασία.
Και σε ό,τι αφορά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι ακόμα και αυτοδυναμία να έχει θα απευθύνει πρόσκληση για συγκυβέρνηση και σε άλλες πολιτικές δυνάμεις. Κι εκείνο που πρέπει να καταλάβουμε και να το κατανοήσουμε πλήρως, είναι ότι η ισχύς της χώρας, βρίσκεται στη συνένωση δυνάμεων. Δεν υπάρχει περιθώριο για υπαναχωρήσεις και μεμψιμοιρίες.  Την επομένη των προσεχών εκλογών, η Ελλάδα πρέπει να τρέξει και να καλύψει τον χαμένο χρόνο της διακυβέρνησης Τσίπρα. Και αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεπικουρείται από υγιείς δυνάμεις και από άλλους πολιτικούς χώρους, τότε το μήνυμα της ενότητας του πολιτικού κόσμου και του λαού, θα εκπέμπεται με μεγαλύτερη ένταση και δύναμη. Και αυτό ακριβώς έχει ανάγκη η Ελλάδα. Μόνο που για να εφαρμόσεις μια ενωτική πολιτική πρέπει να πιστεύεις σε αυτή. Και τον κ. Τσίπρα, όπως έχει αποδειχθεί, τον θρέφει το μίσος και ο διχασμός και όχι η ενότητα και η σύμπνοια του λαού.