Saturday , December 14 2019
Home / ΑΠΟΨΕΙΣ / Η «φωνή»…

Η «φωνή»…

Η «φωνή»…

γράφει ο Γιώργος Κοντογιάννης.

Ομόνοια 9.30 το πρωί.
Περιμένω στην αποβάθρα το τραίνο προς Πειραιά.
Ακούγεται μια περίεργη «φωνή» που κανείς δεν καταλαβαίνει τι έλεγε.
Το τραίνο φτάνει. Η «φωνή» μέσα στο βαγόνι ακούγεται πιο δυνατά αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνω τι λέει.
Κοιτάζω γύρω μου. «Όλες οι φυλές του Ισραήλ». Η κάθε μια με τη δική της γλώσσα. Άλλος μιλούσε ρώσικα, άλλος σέρβικα, άλλος πολωνέζικα, άλλος αλβανικά, άλλος πακιστανικά,

άλλοι κάποια αφρικανική γλώσσα που αδυνατούσα να προσδιορίσω…

Υπήρχαν και λίγοι Έλληνες. Αυτοί ήταν σιωπηλοί… Σιωπηλοί και θλιμμένοι… Άλλοι άνεργοι, άλλοι με χρέη, άλλοι με υποχρεώσεις που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν… Πάντως όλοι σιωπηλοί και με μάτια καρφωμένα στο άπειρο…
Η «φωνή» συνέχισε να προκαλεί θόρυβο.
Επικέντρωσα την προσοχή μου. Μέσα από τις άναρθρες λέξεις που με δυσκολία έβγαιναν από το στόμα του, ακουγόταν ευδιάκριτα ένα «σας παρακαλώ…».
Είδα έναν άνδρα ρακένδυτο με τα πόδια να λυγίζουν περίεργα προς τα μέσα, μέχρι τα γόνατα και μετά προς τα έξω. Με δυσκολία περπατούσε. Με δυσκολία μιλούσε… Είχε το χέρι του προτεταμένο προς επαιτεία.
Μια από τις καθημερινές σκηνές που ο καθένας συναντά στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ανάλογη σκηνή επαιτείας είχα συναντήσει και λίγο πριν στο μετρό. Εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας που ο καθένας από μας καλείται να δείξει τον ανθρωπισμό του βοηθώντας τους συνανθρώπους μας, ανάλογα με τις δυνάμεις του.
Φτάνοντας πιο κοντά και από την επαναλαμβανόμενη έκκληση αυτής της βραχνής «φωνής» κατάλαβα ότι έλεγε πως είναι άστεγος και άρρωστος και ζητούσε χρήματα για να πάρει φάρμακα. Κάθε φορά μιλούσε με τον ίδιο γοερό τόνο κλείνοντας με την έκκληση «σας παρακαλώ…».
Κανένας ξένος, φυσικά, δεν ανταποκρίθηκε στην έκκλησή του. Άλλωστε, πώς να δώσει αυτός που δεν έχει και που ποτέ δεν είχε; Ορισμένοι από τους Έλληνες συνέχιζαν να κοιτάζουν αδιάφορα έξω από τα παράθυρα χωρίς να στρέφουν καν το κεφάλι τους να δουν τι αντιπροσωπεύει αυτή η ακατάληπτη «φωνή». Ορισμένοι άλλοι τον κοιτούσαν και η θλίψη στα μάτια τους επιτάθηκε. Κάποιοι χαμήλωσαν τα μάτια προς το πάτωμα. Ένας έβγαλε από την τσέπη λίγα «ψιλά» που είχαν απομείνει στην τσέπη του και τα προσέφερε… Η «φωνή» τα πήρε ευχαριστώντας χωρίς να γίνεται και πάλι κατανοητό τι ακριβώς έλεγε.
Φτάσαμε στο Μοναστηράκι. Η «φωνή» κατέβηκε. Μπήκε στο επόμενο βαγόνι να ζητήσει ελεημοσύνη.
Κάποια από τα μάτια που κοιτούσαν αδιάφορα έξω από τα παράθυρα ή το πάτωμα, έδειξαν ανακουφισμένα.
«Πώς καταντήσαμε Θεέ μου…», σκέφτηκα με μελαγχολία. Και κατάλαβα ότι όλα αυτά τα μάτια που απέφευγαν να κοιτάξουν τη «φωνή», δεν το έκαναν από αδιαφορία. Το έκαναν από αδυναμία ή από ενοχή. Όχι από αδυναμία ή ενοχή να αντιμετωπίσουν την ανέχεια και τη δυστυχία, αλλά από αδυναμία να βοηθήσουν κάποιον που είχε ανάγκη ή από ενοχή γιατί αν βοηθούσαν τη «φωνή» τα λίγα ψιλά που θα έδιναν θα έλλειπαν από τους ίδιους.
Δεν ήταν ποτέ ο Έλληνας έτσι.
Βοηθούσε πάντα από το υστέρημά του. Βοήθησε ομοεθνείς και αλλοεθνείς που βρέθηκαν σε αυτόν τον τόπο κατατρεγμένοι. Και προσέφερε πάντα. Όχι μόνο όταν είχε «δύο χιτώνες», αλλά και όταν είχε έναν, έδινε πάντα στους άλλους από το υστέρημά του.
Το πρόβλημα όμως σήμερα είναι ότι δεν έχει κανέναν. Ότι δεν έχει καν υστέρημα. Ότι πολλοί από τους συνεπιβάτες μου δεν είχαν τίποτα στην τσέπη τους… Ότι ορισμένοι εξ αυτών ζήλευαν τη «φωνή» που μέχρι το βράδυ θα εισέπραττε 5-10 ευρώ. Γιατί οι περισσότεροι δεν θα έβγαζαν ούτε σήμερα μεροκάματο. Θα γύριζαν σπίτι να φάνε ένα πιάτο φακές – αν υπήρχαν κι αυτές- αγορασμένες από τη σύνταξη του παππού και της γιαγιάς, οι οποίοι είχαν την τύχη να παίρνουν κάποια ψίχουλα για να προσφέρουν- πολλές φορές κόβοντας από τα φάρμακά τους- στα παιδιά ή στα εγγόνια τους.
«Πώς καταντήσαμε έτσι Θεέ μου…», ξανασκέφτηκα και θυμήθηκα τον καρκινοπαθή που παρακάλεσε τους γιατρούς να τον κρατήσουν ζωντανό έστω με τεχνητά μέσα μέχρι να κλείσει η γυναίκα του τα 55, γιατί αν δεν τα είχε κλείσει δεν θα έπαιρνε ούτε ευρώ από την κουτσουρεμένη σύνταξη που είχε ανάγκη για να αναθρέψει τα παιδιά του. Λες και οι γυναίκες που χάνουν τους συζύγους τους πριν γίνουν 55 χρονών πρέπει να μείνουν στους δρόμους ή να ζήσουν από την ελεημοσύνη των συγγενών και των συμπολιτών τους.
Έβγαλα σκεπτικός από την τσέπη μου το σημείωμα του ΕΝΦΙΑ και της εφορίας, αναλογιζόμενος πώς θα πληρώσω τις δόσεις.
Δίπλα μου στεκόταν ένας νεαρός, που μόλις είχε μπει στο Θησείο. Με κοίταξε και χαμογέλασε πικρά.
«Ραβασάκι;», με ρώτησε.
«Ναι», του απάντησα.
Δεν ήθελε πολύ για να πιάσουμε κουβέντα. Μου είπε ότι επί δύο χρόνια δήλωνε στην εφορία μηδενικό εισόδημα. Αλλά επειδή είχε από κληρονομιά ένα σπιτάκι στο χωριό του της τάξεως των 80 τετραγωνικών, του ήλθε και ΕΝΦΙΑ και εφορία.
«Είχα ψηφίσει κι εγώ τον Αλέξη», παραδέχθηκε. «Βλέπεις εκείνη η ατάκα του ότι ο ΕΝΦΙΑ είναι ένας φόρος παράλογος που δεν διορθώνεται αλλά μόνο καταργείται, με είχε αγγίξει». Τώρα το είχε μετανιώσει. Γιατί όταν τον ψήφισε είχε τουλάχιστον μια δουλειά. Τώρα δεν έχει τίποτα. «Πώς από το τίποτα θα βγάλω να πληρώσω γύρω στα 700 ευρώ εφορία και ΕΝΦΙΑ, δεν το ξέρω. Ένα μόνο ξέρω: Οι άνθρωποι είναι παράλογοι, δεν διορθώνονται γι’ αυτό πρέπει να… “καταργηθούν” από τον πολιτικό χάρτη», μου είπε, παραφράζοντας τη δήλωση του… Αλέξη.
Κατέβηκε στην Καλλιθέα. Κάπου πήγαινε να αναζητήσει δουλειά.
Από την μπροστινή πόρτα του βαγονιού μπήκε ένας γέροντας με μαγκούρα, κοντά στο 80 που ακούσθηκε να λέει: «καλημέρα σας, συγγνώμη… ντρέπομαι για αυτό που κάνω, αλλά έχω άρρωστο και άνεργο παιδί και τα εγγόνια μου είναι μικρά και χωρίς μάνα. Δεν φτάνει η σύνταξή μου να τους θρέψω όλους. Δεν μπορώ να τους βλέπω άλλο να υποφέρουν. Απευθύνομαι στην αγάπη και στην καλοσύνη σας. Δώστε μου έστω δέκα λεπτά… Ό,τι μπορείτε…».
Ο παππούς πέρασε δίπλα μου και με κοίταξε.
Έριξα τα μάτια μου στο πάτωμα. Τα τελευταία μου ψιλά τα είχα δώσει στην προηγούμενη «φωνή»… Όπως και οι υπόλοιποι συνεπιβάτες μου δεν είχα άλλα ψιλά… Και οι συνάνθρωποί μας που έχουν ανάγκη είναι πολλοί. Πόσους να βοηθήσεις καθημερινά;
Η ενοχή για την αδυναμία μου να βοηθήσω τον παππού ήταν, ωστόσο, πιο επώδυνη από τη δική μου έγνοια για το πώς θα πληρώσω την εφορία και τον ΕΝΦΙΑ.
Η γεμάτη ευγένεια και πόνο «φωνή» του παππού ακόμα ηχεί στα αυτιά μου.
Και δυστυχώς, σε κάθε βαγόνι του τραίνου ή του μετρό υπάρχουν κάθε μέρα και περισσότερες «φωνές» που προσπαθούν να ξυπνήσουν την ανθρωπιά μας αλλά και να μας δείξουν το μέγεθος της κατάντιας μας. Την κατάντια ενός λαού που κάποτε έβγαινε στους δρόμους για «ψήλου πήδημα», ενώ τώρα με ιώβεια υπομονή ανέχεται την αδικία και τον παραλογισμό.
Ως πότε όμως; Μήπως μέχρι να γίνουμε και μεις η επόμενη «φωνή» του βαγονιού;
Τότε, πιστέψτε με, θα είναι αργά. Πολύ αργά…