Thursday , October 17 2019
Home / ΑΠΟΨΕΙΣ / Συκοφαντίες τύπου Γκέμπελς και λαϊκός φασισμός, στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ

Συκοφαντίες τύπου Γκέμπελς και λαϊκός φασισμός, στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ

Συκοφαντίες τύπου Γκέμπελς και λαϊκός φασισμός, στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ

γράφει ο Γιώργος Κοντογιάννης.

Η συζήτηση στη Βουλή για την απόφαση του Eurogroup δεν μας έκανε σοφότερους στα οικονομικά.
Αντίθετα όποιος ήθελε να δει και να καταλάβει, έγινε σοφότερος σε άλλα ζητήματα, εξόχως πολιτικά, τα οποία όμως δημιουργούν τρόμο για τη νοοτροπία από την οποία διακατέχονται οι σημερινοί κυβερνώντες.
Είδαμε ότι η βασική πολιτική γραμμή της κυβέρνησης επικεντρώνεται στο δόγμα του Γκέμπελς: «Συκοφαντείστε, συκοφαντείστε, όλο και κάτι θα μείνει…»

Αν κανείς δεν ήξερε τον Κυριάκο Μητσοτάκη και προσπαθούσε να σκιαγραφήσει την πολιτική του προσωπικότητα από όσα ακούσθηκαν τη Δευτέρα στη Βουλή από τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τον συνεταίρο του πρόεδρο των ΑΝΕΛ, τότε θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν πολιτικό που μάχεται σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων προκειμένου να γίνει πρωθυπουργός, ότι είναι ένας πολιτικός που δεν αναγνωρίζει τις επιτυχίες της κυβέρνησης, ότι πρόκειται για έναν πολιτικό που ξεσηκώνει τους αστυνομικούς σε βάρος του κράτους, ότι πρόκειται για έναν πολιτικό που παίζει με τη δημόσια υγεία καθώς προκειμένου να ικανοποιήσει τις πολιτικές του φιλοδοξίες ξεσηκώνει τους εργάτες στην καθαριότητα και κάνουν απεργίες. Παράλληλα πρόκειται για ένα πρόσωπο που συμπαθεί ιδιαίτερα την άκρα δεξιά και δεν ορρωδεί προ ουδενός, μιας και εμπλέκει σε υποθέσεις σεξουαλικών μηνυμάτων μέσω αναρτήσεων στο facebook το ανήλικο παιδί του υπουργού Άμυνας!!!
Ναι, ναι… μη παραξενεύεστε γιατί όλα αυτά λίγο πολύ ακούσθηκαν τη Δευτέρα στη Βουλή από τα πιο επίσημα χείλη.
Τι ισχύει στην πραγματικότητα;
Ο κ. Μητσοτάκης κάλεσε τους επενδυτές να έλθουν και να επενδύσουν στην Ελλάδα, δίνοντάς τους πρόσθετο επιχείρημα ότι ο ίδιος, ως ο επόμενος πρωθυπουργός θα διασφαλίσει τις επενδύσεις τους.
Οι επιτυχίες της ελληνικής κυβέρνησης δεν μπορούν να αποτυπωθούν στις τιμές των ομολόγων, ούτε στην αναβάθμιση διεθνών οίκων, καθώς εκεί μετρώνται ζητήματα που αφορούν την διασφάλιση των συμφερόντων των δανειστών και όχι των καθημερινών συμφερόντων του ελληνικού λαού. Και με τις αποφάσεις της η κυβέρνηση το μόνο που πέτυχε ήταν ακριβώς αυτό που κατ’ αρχήν ήθελαν να διασφαλίσουν οι δανειστές.
Οι αστυνομικοί δεν περίμεναν τον Κυριάκο Μητσοτάκη να ξεσηκωθούν. Φροντίζει γι’ αυτό η πολιτική ηγεσία του υπουργείου ΠΡΟΠΟ (Προστασίας του Πολίτη), όπως αρέσκεται να αποκαλείται. Αντιθέτως ο κ. Μητσοτάκης, επανειλημμένως εξέφρασε την αντίθεσή του δημοσίως με την προσπάθεια διοργάνωσης εκδήλωσης στα Εξάρχεια. Ωστόσο αναγνώρισε ότι είναι δική τους ευθύνη (της ΠΟΑΣΥ) να τη ματαιώσουν ή να την πραγματοποιήσουν.
Οι εργαζόμενοι της ΠΟΕ-ΟΤΑ δεν πήραν «γραμμή» από τον κ. Μητσοτάκη για να κάνουν απεργία εν μέσω θέρους. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό όταν ο επικεφαλής τους κ. Τράκας, παλιό πρωτοπαλίκαρο του Κώστα Λαλιώτη, ούτε «καλημέρα» δεν έχει με τη ΝΔ. Άλλωστε δημοσίως ο Κυριάκος Μητσοτάκης τους κάλεσε επανειλημμένως να σταματήσουν την απεργία και έκανε προτάσεις για σύμπραξη ιδιωτικών και δημοσίων φορέων για την αποκομιδή των απορριμμάτων. Μη ξεχνάμε ότι ήταν από παλιά ο μόνος πολιτικός που τους έλεγε ξεκάθαρα ότι το αίτημά τους για μονιμοποίηση δεν μπορεί να υλοποιηθεί γιατί κάτι τέτοιο είναι αντισυνταγματικό.
Η κομματική εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ “ΑΥΓΗ” είναι εκείνη που απομόνωσε τμήμα τοποθέτησης του κ. Μητσοτάκη στην Politico για τις ρίζες της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Ο κ. Μητσοτάκης είπε αυτό που ιστορικώς είναι παραδεκτό, ότι κατά την μεταπολιτευτική περίοδο η τρομοκρατία στην Ελλάδα έχει αριστερές ρίζες. Τα περί Χρυσής Αυγής φαντάζουν αστεία να λέγονται ιδιαίτερα σε έναν πολιτικό όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από μια κυβέρνηση που συνεργάσθηκε με την Χρυσή Αυγή για να προκαλέσει πρόωρες εκλογές (σε αντιδιαστολή θυμίζουμε ότι ο υποψήφιος Πρόεδρος Δημοκρατίας της ΝΔ το 2015 κ. Σταύρος Δήμας, είχε δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να εκλεγεί με τις ψήφους της Χρυσής Αυγής) και θεωρούσε καλοδεχούμενη την ψήφο της στην προσπάθεια υπερψήφισης της απλής αναλογικής.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στην ομιλία του στη χυδαία ανάρτηση του Πάνου Καμμένου με τη γραβάτα και τα πέη, και την έλλειψη θάρρους να αναλάβει την ευθύνη της ανάρτησης καθώς επέρριψε την ευθύνη στον… ανήλικο γιό του.
Διαβάσατε την προπαγάνδα της κυβέρνησης σε μια παράγραφο, διαβάσατε και την πραγματικότητα αναλυμένη σε έξι παραγράφους.
Σίγουρα η χυδαιότητα και οι κάθε είδους κατηγορίες μπορούν να εκπεμφθούν με ένα σύνθημα γιατί δεν χρειάζονται επεξηγήσεις. Του λες του άλλου: «Είσαι φασίστας», και είναι μετά ευθύνη του δική του να αποδείξει ότι δεν είναι φασίστας!!! Αν μάλιστα κατηγορηθεί επανειλημμένως ότι είναι φασίστας, τότε δύσκολα θα μπορέσει να αποδείξει ότι δεν είναι. Είπαμε: : «Συκοφαντείστε, συκοφαντείστε, όλο και κάτι θα μείνει…»
Αυτή η πρακτική που κατέστη εμφανής από τις παρεμβάσεις του κ. Τσίπρα στη συζήτηση της Δευτέρας είναι στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ. Σε συνδυασμό με την απόφασή του να κάνει συνεχώς παρεμβάσεις σε βάρος, κυρίως, της Δικαιοσύνης καταργώντας στην πράξη την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, καθιστούν την περαιτέρω διακυβέρνηση της χώρας από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, επικίνδυνη. Και γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη όταν έχει να αντιμετωπίσεις την τακτική «μίξερ» του Καμμένου (ρίχνεις όσες συκοφαντίες θέλεις μέσα και βγάζεις όποιο συμπέρασμα θες, ανάλογα με το τι σε βολεύει)
Ο λαϊκός φασισμός που εκπέμπει η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, θα δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία της δημοκρατίας. Και είναι ευθύνη πλέον όλων εκείνων των κομμάτων που βρίσκονται στην απέναντι όχθη να αντιδράσουν.

Υ.Γ. Ο κ. Τσίπρας στη συζήτηση της Δευτέρας κατάφερε να εκτρέψει τη συζήτηση στην κατάληξή της σε θέματα άσχετα με την επικαιρότητα, όπως αυτό της τρομοκρατίας. Η εκτροπή της συζήτησης στο ζήτημα της τρομοκρατίας στέρησε από τον πρόεδρο της ΝΔ τη δυνατότητα να επαναλάβει και τρίτη και τέταρτη και Πέμπτη φορά το ερώτημα αν γνώριζε ο κ. Τσίπρας ότι ο υπουργός του συνομιλεί με ισοβίτη, γεγονός που προφανώς ήθελε να κρύψει ο πρωθυπουργός.