Thursday , October 17 2019
Home / ΑΠΟΨΕΙΣ / Οι δύο προϋποθέσεις για να βγούμε και να μη ξαναμπούμε σε κρίση

Οι δύο προϋποθέσεις για να βγούμε και να μη ξαναμπούμε σε κρίση

του Γιώργου Κοντογιάννη.

Η διάθεση της κυβέρνησης να επαναφέρει το ζήτημα του εκλογικού νόμου μόνο και μόνο για να βάλει από την «πίσω πόρτα» την εφαρμογή της απλής αναλογικής από τις προσεχείς εκλογές, δείχνει την έλλειψη σεβασμού των ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ στους θεσμούς.
Η αφορμή θα είναι το σπάσιμο των μεγάλων περιφερειών και η μείωση του ποσοστού που είναι αναγκαίο για να εισέλθει ένα κόμμα στη Βουλή από το 3% στο 2%.
Είναι προφανές ότι το 2% είναι το «ρουσφέτι» του κ. Τσίπρα στον κ. Καμμένο του οποίου το κόμμα, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις δεν μπαίνει στη Βουλή με τον ισχύοντα

εκλογικό νόμο.

Με λίγα λόγια, η κυβέρνηση αν επιχειρήσει νέα αλλαγή του εκλογικού νόμου θα κατέχει την παγκόσμια πρωτοτυπία να έχει αλλάξει έναν εκλογικό νόμο δύο φορές μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο.
Η ουσία όμως δεν είναι αυτή. Η ουσία είναι ότι η κυβέρνηση κάνοντας κατάχρηση της νομοθετικής εξουσίας, επιχειρεί να εκμαυλίσει κόμματα της αντιπολίτευσης που βρίσκονται μεταξύ «σφύρας και άκμονος» για να αποσπάει την ψήφο τους ώστε να συγκεντρώσει τον μαγικό αριθμό των 200 ψήφων για να ισχύσουν οι αλλαγές από τις προσεχείς εκλογές. Γιατί είναι δεδομένο ότι και το «Ποτάμι» θα βρεθεί σε δύσκολη θέση.
Τα φαινόμενα αυτά όμως δείχνουν ότι η ανάγκη για πολιτική αλλαγή που προτάσσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι η μόνη που πρέπει να επέλθει για να μπορέσουμε να αναγεννήσουμε την Ελλάδα. Χρειάζεται και αλλαγή νοοτροπίας. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε και να πολιτευόμαστε όλοι, πολίτες και πολιτικοί, με έναν διαφορετικό τρόπο. Έναν τρόπο που όχι απλώς θα προτάσσει το «εμείς» έναντι του «εγώ», αλλά θα είναι κατανοητό σε όλους ότι το κάθε «εγώ» μπορεί να ικανοποιηθεί και να προοδεύσει καλύτερα και ταχύτερα, αν εργασθούμε από κοινού για την πρόοδο του συνόλου, δηλαδή του «εμείς».
Για να συμβεί όμως αυτό απαιτούνται δύο τεράστιες αλλαγές:
Η πρώτη είναι στην παιδεία και η δεύτερη είναι στο Σύνταγμα.
Οι αλλαγές στην παιδεία δεν μπορεί να είναι αντικείμενο των αποφάσεων μιας κυβέρνησης. Και δεν μπορεί να διακατέχονται από ιδεοληψίες και κομματικά κόμπλεξ που ίσχυαν πριν από δεκαετίες. Αλλά ακόμα και αν υπήρχε συμφωνία για αλλαγές που θα προσέφεραν στα παιδιά της χώρας μας πραγματική παιδεία ώστε η επόμενη γενιά να είναι ευρωπαϊκή γενιά στις αντιλήψεις, αυτό θα απαιτούσε όντως μια γενιά. Και φυσικά θα αφορούσαν τους μελλοντικούς πολίτες αυτού του τόπου.
Οι αλλαγές στο Σύνταγμα, θεωρητικά είναι κάτι που μπορεί να έχουν αποτέλεσμα σε πολύ πιο σύντομο χρόνο. Απαιτείται όμως κι εδώ να ξεπεραστούν ιδεοληψίες και να βάλουμε το συμφέρον της χώρας πάνω από το κομματικό. Πρέπει δηλαδή να γίνει αυτό που έχει προτείνει στον κ. Τσίπρα ο κ. Μητσοτάκης στην πρώτη συνάντηση που είχαν εδώ κι έναν χρόνο. Να αφήσουν τα δύο μεγάλα κόμματα στην άκρη τις αντιπαραθέσεις τους και να συμφωνήσουν να χαρακτηρισθούν αναθεωρητέες όλες οι διατάξεις του Συντάγματος που δύνανται να αναθεωρηθούν. Ως γνωστόν για να αλλάξουν διατάξεις του Συντάγματος απαιτούνται δύο ψηφοφορίες στις οποίες πρέπει να συγκεντρωθούν στη μία 180 ψήφοι και στην άλλη 150 ή το ανάποδο.
Είναι δεδομένο ότι το ελληνικό κράτος για να λειτουργήσει σωστά χρειάζεται έναν σύγχρονο καταστατικό χάρτη. Αυτός πρέπει να έχει έστω την έμμεση έγκριση του λαού, αφού δημοψήφισμα για το περιεχόμενο του Συντάγματος δεν επιτρέπεται. Και ο μόνος τρόπος που μπορεί, έστω κι εμμέσως ο λαός να αποδεχθεί ή να απορρίψει συνταγματικές αλλαγές είναι οι εκλογές.
Αν τα κόμματα στην παρούσα Βουλή εγκρίνουν, με 180 ψήφους, να είναι αναθεωρητέες όλες οι διατάξεις που μπορούν να αναθεωρηθούν, και τα κόμματα κατέβουν στις εκλογές με τις δικές τους προτάσεις για το πώς και ποια άρθρα πρέπει να αναθεωρηθούν, τότε ο ίδιος ο λαός με την ψήφο του θα έχει τη δυνατότητα να δώσει πλειοψηφία στο κόμμα που κρίνει ότι προτείνει τις ορθότερες αλλαγές. Δηλαδή, αν κάποιο κόμμα προτείνει αναθεώρηση του άρθρου 16 που αφορά στη λειτουργία των ΑΕΙ προτείνοντας την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν συμφωνεί με την συγκεκριμένη αλλαγή, τότε φυσικό είναι να μη ψηφίσουν το συγκεκριμένο κόμμα. Αν όμως συμφωνούν και το εκλέξουν κυβέρνηση, τότε το κόμμα αυτό θα μπορεί με 151 ψήφους, όσες δηλαδή απαιτούνται για τη δεδηλωμένη, ώστε να σχηματισθεί κυβέρνηση, να εγκρίνει τις αλλαγές που θα έχει προτείνει.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αν δεν δώσουμε πραγματική και σε βάθος παιδεία στο λαό, αν δεν ανοίξουμε το μυαλό της νέας γενιάς σε νέους ορίζοντες, πέρα από τη μισαλοδοξία, τις ιδεοληψίες και τα κομματικά πάθη του παρελθόντος και αν δεν δημιουργήσουμε δομές που θα οικοδομήσουν μια νέα και σύγχρονη Ελλάδα, η χώρα μας δεν πρόκειται ποτέ να βγει από την κρίση. Γιατί δημοσιονομικά μπορεί να πιάσουμε όλους τους δείκτες που θα μας βάλουν ως όριο οι δανειστές μας. Στην πραγματικότητα όμως, αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία και αν δεν δημιουργήσουμε δομές για ένα σύγχρονο και ευρωπαϊκό κράτος, η κρίση θα έρχεται και θα ξανάρχεται. Και η προσπάθεια κάθε φορά για έξοδο από την κρίση θα είναι δυσκολότερη και πιο επώδυνη. Μέχρι που θα γίνει αδύνατη.