Sunday , October 20 2019
Home / ΑΠΟΨΕΙΣ / Η μάχη μεταξύ υπευθυνότητας και λαϊκισμού (όπως δημοσιεύθηκε στο: parapolitika.gr)

Η μάχη μεταξύ υπευθυνότητας και λαϊκισμού (όπως δημοσιεύθηκε στο: parapolitika.gr)

Συντάκτης: Γιώργος Κοντογιάννης

Κάθε φορά που πλησιάζουμε στις εκλογές, από τα μεγάλα
κόμματα προβάλλεται το διακύβευμα που υπάρχει, αν ο λαός αποφασίσει έτσι
ή αλλιώς.
Στις επικείμενες εκλογές τα δύο τέως μεγάλα κόμματα άρχισαν ήδη να
προβάλλουν ως διακύβευμα, το μεν ΠΑΣΟΚ την ανάγκη επιβίωσης της «μεγάλης
δημοκρατικής παράταξης», η δε ΝΔ την ανάγκη αυτοδυναμίας γιατί «πρέπει
να κυβερνηθεί ο τόπος».
Αυτά τα διλήμματα είναι εκείνα που προβάλλουν τα επιτελεία των δύο
πρώην μεγάλων κομμάτων και αυτά είναι εκείνα που βολεύουν την εκλογική
τους τακτική.
Την ίδια ώρα τα μικρότερα κόμματα της Δεξιάς και της Αριστεράς,
επιχειρούν να φθάσουν στις εκλογές με το δίλημμα «μνημόνιο ή
αντιμνημόνιο», προσπαθώντας να δώσουν πολλά εξ αυτών –κυρίως αυτών που η
ύπαρξή τους οφείλεται στο «όχι» στο μνημόνιο που είπαν οι βουλευτές που
τα ακολουθούν – μια μορφή ιδεολογίας στον αντιμνημονιακό αγώνα.
Το πραγματικό διακύβευμα όμως είναι άλλο.

Και βρίσκεται στο ερώτημα «λαϊκισμός ή υπευθυνότητα». Ένα ερώτημα που
διαπερνά οριζόντια όλα τα κόμματα, το σύνολο του πολιτικού μας
συστήματος.
Γιατί αν θα υπάρχει ή όχι και σε ποιό βαθμό θα υπάρχει η «μεγάλη
δημοκρατική παράταξη» του ΠΑΣΟΚ, η οποία φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη
για τη σημερινή τραγική οικονομική κατάσταση, λίγο έως καθόλου
ενδιαφέρει τους άνεργους νέους που αναζητούν δουλειά πριν πάρουν την
απόφαση να ξενιτευτούν.
Επίσης, καθόλου δεν ενδιαφέρει τους νέους που εκφράζουν το αύριο
αυτής της χώρας, το εάν η ΝΔ γίνει ή όχι αυτοδύναμη κυβέρνηση και
ιδιαίτερα αν ο κ. Σαμαράς λάβει –επιτέλους- τον τίτλο του πρωθυπουργού.
Εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να υπάρχει αποτελεσματική κυβέρνηση που
δυστυχώς η ΝΔ έδειξε ότι δεν μπορεί να είναι.
Όχι μόνο γιατί δεν ήταν αποτελεσματική την κρίσιμη διετία 2007-2009,
για την οποία ο καθένας μας φέρει τις ευθύνες που του αναλογούν, αλλά
κυρίως γιατί στα στελέχη και στον αρχηγό της πήρε δύο χρόνια για να
καταλάβουν ότι η κρίση απαιτούσε εθνική συνεννόηση αλλά και μια
διαφορετική πολιτική από εκείνη του «όχι σε όλα» και του άκριτου
αντιμνημονιακού αγώνα, με τον οποίο γαλούχησε την εκλογική του βάση, την
οποία, βέβαια, τώρα βλέπει να τρέχει πίσω από τον Καμένο, αφού στην
στροφή, μέρος του «φορτίου» δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τις πιρουέτες της
ηγεσίας της…
Η Αριστερά (πλην ΚΚΕ) θέλει «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο
χορτάτο». Δηλαδή θέλει τα χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ,
αλλά δεν θέλει τις δεσμεύσεις που απορρέουν εξ αυτού του δανεισμού.
Θέλει στάση πληρωμών, αλλά δεν θέλει χρεοκοπία. Θέλει ευρώ αλλά δεν
θέλει τις δεσμεύσεις που προκύπτουν από τη συμμετοχή μας στην ευρωζώνη.
Με λίγα λόγια η πολιτική της θυμίζει τη ρήση «τρικυμία εν κρανίω».
Και τούτο διότι θέλει τα οφέλη αλλά δεν θέλει τις υποχρεώσεις του
δανεισμού. Και αυτό συμβαίνει σε όλες τις εκφάνσεις της είτε λειτουργεί
στο πλαίσιο της ακτιβιστικής Αριστεράς, είτε στο πλαίσιο του λόγου
ιεροδιακόνου της Αριστεράς, είτε στο πλαίσιο της προσωπικής πικρίας όπως
το κόμμα της Λούκας Κατσέλη.
Το ΚΚΕ είναι ειδική περίπτωση. Τουλάχιστον λέει ξεκάθαρα ότι δεν
θέλει την Ευρώπη. Θέλει την δραχμούλα και μια Ελλάδα τύπου Αλβανίας του
Εμβέρ Χότζα.
Στην αντίπερα (ιδεολογική) όχθη βρίσκονται τα δύο κόμματα της Δεξιάς του ΛΑΟΣ και του Καμένου.
Και το μεν ΛΑΟΣ με μια στροφή 180 μοιρών έχασε όσα είχε κερδίσει σε
υπευθυνότητα όλο αυτό το διάστημα της κρίσης, χωρίς η μεταβολή της
πολιτικής του να σταθεί ικανή για να ανακόψει την δημοσκοπική φθορά του…
Στο δε κόμμα Καμένου, είναι φανερός τόσο ο καιροσκοπικός όσο και ο
προσωπικός χαρακτήρας του εγχειρήματος.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που χαρακτηρίζουν το κόμμα «φωτοβολίδα», αφού
η λάμψη του οφείλεται στην έκρηξη και στην οργή που νιώθει ο Έλληνας
για τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν μέχρι σήμερα και τον οδήγησαν στην
τωρινή οικονομική εξαθλίωση.
Αυτήν την οργή και αγανάκτηση εισπράττει ο Καμένος και οι συν αυτώ,
οι οποίοι όμως αναδεικνύοντας σε όρο πολιτικής τους επιβίωσης τον
αντιμνημονιακό αγώνα, θα βρεθούν σε τραγικά δύσκολη θέση την επομένη των
εκλογών όταν οι πολιτικές συνθήκες επιβάλουν απάντηση στο ερώτημα «και
τώρα τι κάνουμε;».
Μάλιστα αρκετοί εκ των βουλευτών που ακολουθούν επιθυμούν τη
συνεργασία με τη ΝΔ στο σχηματισμό κυβέρνησης, αν και ο Καμένος το έχει
αποκλείσει. Αλλά στην περίπτωση αυτή λογαριάζουν χωρίς τον «ξενοδόχο»
και στην προκειμένη περίπτωση «ξενοδόχος» είναι οι δανειστές μας, οι
οποίοι δεν πρόκειται να δεχθούν συμμετοχή στην κυβέρνηση πολιτικών
προσώπων που δεν διασφαλίζουν την εφαρμογή της πολιτικής που ήδη έχει
αποφασιστεί, χωρίς επαρκή διαπραγμάτευση από τη συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ- ΝΔ.
Την επόμενη μέρα λοιπόν «κάθε κατεργάρης θα πάει στον πάγκο του»,
όταν θα κληθεί εκ των πραγμάτων να λάβει θέσεις για τα φλέγοντα ζητήματα
της οικονομίας, όταν θα πρέπει να καταθέσει προτάσεις για την ανεργία,
για την βελτίωση του επιπέδου ζωής του Έλληνα και για την λήψη
ισοδύναμων μέτρων που θα αντικαταστήσουν την περικοπή μισθών και
συντάξεων.
Μέχρι σήμερα μόνο η Δημοκρατική Συμμαχία της Ντόρας Μπακογιάννη έχει
καταθέσει προτάσεις ρεαλιστικές που μπορούν να δώσουν λύση στα αδιέξοδα
που δημιούργησε η κρίση και η έλλειψη πολιτικής αποτελεσματικότητας από
τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΠΑΣΟΚ- ΝΔ. Και βέβαια μόνο η ΔΗΣΥ παρέμεινε
σταθερή στις θέσεις της, με συνέπεια, από την ημέρα της ίδρυσής της έως
σήμερα.
Έστω κι αν θέσεις της όπως το νέο σχέδιο Μάρσαλ, η ρύθμιση των
στεγαστικών δανείων κλπ, στην αρχή λοιδορήθηκαν… Βέβαια η Δημοκρατική
Συμμαχία είναι και το μόνο κόμμα που δεν φαίνεται, δημοσκοπικά
τουλάχιστον, να εισπράττει από την κατάρρευση του συστήματος και αυτό
είναι κάτι που προβληματίζει όχι μόνο για την εκφορά του πολιτικού μας
λόγου, αλλά και για τον τρόπο ή τις μεθόδους προβολής του.
Οι εκλογές όμως είναι κοντά. Μέσα στον κυκεώνα των πολλών και
αλληλοσυγκρουόμενων θέσεων, μη θέσεων, συνθημάτων και απόψεων, ένα είναι
επιβεβλημένο: Ο λαός να αναζητήσει ποιος του λέει την αλήθεια, όσο
σκληρή κι αν είναι, και αυτόν που λέει την αλήθεια καταθέτοντας
ρεαλιστικές προτάσεις να του δώσει την ευκαιρία να τις επιβάλει μέσα από
την Βουλή. Γιατί η πολιτική διαμορφώνεται μέσα στη Βουλή και όχι εκτός
αυτής.
Η άποψη ότι σε αυτόν τον τόπο δεν χάθηκε παντελώς η λογική, αποτελεί
και τη μόνο ελπίδα για την κυριαρχία των δυνάμεων της υπευθυνότητας και
του ρεαλισμού.